Σιγκαπούρη
ΝΌΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 4879/2022
Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Σιγκαπούρης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας και την αποφυγή της φοροδιαφυγής αναφορικά με φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου και του συνημμένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου.
ΦΕΚ A’ 4/17-01-2022
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I — ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Άρθρο 1. Πρόσωπα που καλύπτονται
1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα, τα οποία είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.
2. Η παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει τη φορολόγηση, από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, των κατοίκων του με εξαίρεση τα προνόμια που χορηγούνται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Άρθρου 7, την παράγραφο 2 του Άρθρου 9 και τα Άρθρα 18,19, 23, 24, 26 και 28.
Άρθρο 2. Φόροι που καλύπτονται
1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των πολιτικών του υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών αυτού, ανεξάρτητα από τον τρόπο επιβολής τους.
2. Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της υπεραξίας που προκύπτει από την ανατίμηση του κεφαλαίου.
3. Οι υφιστάμενοι φόροι επί των οποίων εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση είναι ειδικότερα:
(α) Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας:
(i) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των φυσικών προσώπων,
(ii) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων,
(στο εξής αποκαλούμενοι ως «Ελληνικός φόρος»),
(β) Στην περίπτωση της Σιγκαπούρης:
(i) ο φόρος εισοδήματος, (στο εξής αποκαλούμενος ως «φόρος της Σιγκαπούρης»).
4. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας Σύμβασης επιπρόσθετα ή σε αντικατάσταση των υφιστάμενων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών γνωστοποιούν η μία στην άλλη οποιεσδήποτε ουσιώδεις μεταβολές έχουν επέλθει στην φορολογική τους νομοθεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II — ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 3. Γενικοί ορισμοί
1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν το κείμενο ορίζει διαφορετικά:
(α) οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Κράτος» και «το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος» υποδηλώνουν την Ελληνική Δημοκρατία ή τη Σιγκαπούρη, όπως το κείμενο ορίζει,
(β) ο όρος «Ελληνική Δημοκρατία» σημαίνει το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου, όπως επίσης και των θαλάσσιων ζωνών, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρατία ασκεί ή θα ασκεί κυριαρχία, κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοσία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,
(γ) ο όρος «Σιγκαπούρη» σημαίνει τη Δημοκρατία της Σιγκαπούρης και, όταν χρησιμοποιείτο) με τη γεωγραφική έννοια, συμπεριλαμβάνει την εδαφική της επικράτεια, τα εσωτερικά της ύδατα και τα χωρικά της ύδατα, όπως επίσης και οποιαδήποτε θαλάσσια ζώνη βρίσκεται πέρα από τα χωρικά ύδατα, η οποία έχει οριστεί ή θα μπορούσε στο μέλλον να οριστεί βάσει του εθνικού της δικαίου και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ως ζώνη εντός της οποίας η Σιγκαπούρη μπορεί να ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοσία αναφορικά με τα ύδατα, το βυθό, το υπέδαφος και τους φυσικούς πόρους,
(δ) ο όρος «πρόσωπο» συμπεριλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μια εταιρία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων,
(ε) ο όρος «εταιρία» σημαίνει οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή οποιοδήποτε οντότητα, το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με ένα νομικό πρόσωπο.
(στ) ο όρος «επιχείρηση» αναφέρεται στην άσκηση οποιασδήποτε επιχειρηματικής δραστηριότητας,
(ζ) οι όροι «επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» και «επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνουν αντίστοιχα την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
(η) ο όρος «υπήκοος», σε σχέση με ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, σημαίνει:
(i) οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει την εθνικότητα ή την υπηκοότητα αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, και
(ii) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, προσωπική εταιρία ή ένωση προσώπων που η νομική του κατάσταση απορρέει από τους νόμους που ισχύουν σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος,
(θ) ο όρος «διεθνείς μεταφορές» σημαίνει οποιαδήποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ τοποθεσιών σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος,
(ι) ο όρος «επιχειρηματική δραστηριότητα» περιλαμβάνει την εκτέλεση επαγγελματικών υπηρεσιών και άλλων δραστηριοτήτων ανεξάρτητου χαρακτήρα,
(ια) ο όρος «αρμόδια αρχή» σημαίνει:
(i) στην Ελληνική Δημοκρατία, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του,
(ii) στη Σιγκαπούρη, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.
2. Όσον αφορά στην εφαρμογή της Σύμβασης σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος που δεν καθορίζεται σε αυτή, εκτός αν το κείμενο ορίζει διαφορετικά, έχει το νόημα που του αποδίδεται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή από τη νομοθεσία του Κράτους αυτού για τους σκοπούς των φόρων στους οποίους εφαρμόζεται η Σύμβαση, ενώ οποιαδήποτε έννοια που δίδεται από την εφαρμοζόμενη φορολογική νομοθεσία αυτού του Κράτους υπερισχύει εκείνης που δίδεται σε αυτόν τον όρο από οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία του Κράτους αυτού.
Άρθρο 4. Κάτοικος
1. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «κάτοικος Ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φόρο λόγω της διαμονής του, της κατοικίας του, της έδρας διοίκησης ή οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου παρόμοιας φύσης και επίσης συμπεριλαμβάνει αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή ή θεσμικό όργανο αυτού.
2 Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε, η κατάστασή του καθορίζεται ως ακολούθως:
(α) θεωρείται ότι είναι κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία, αν αυτός διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων),
(β) αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να καθοριστεί ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους όπου έχει τη συνήθη διαμονή του,
(γ) αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους του οποίου είναι υπήκοος,
(δ) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
3. Αν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησης του. Αν η έδρα της πραγματικής διοίκησης του δεν μπορεί να καθοριστεί, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.
Άρθρο 5. Μόνιμη εγκατάσταση
1 Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου διεξάγονται οι εργασίες μιας επιχείρησης εν όλω ή εν μέρει.
2. Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» συμπεριλαμβάνει ειδικότερα:
(α) έδρα διοίκησης,
(β) υποκατάστημα,
(γ) γραφείο,
(δ) εργοστάσιο,
(ε) εργαστήριο, και
(στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιονδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων.
3. Ένα εργοτάξιο, ένα έργο κατασκευής, συναρμολόγησης ή εγκατάστασης, ή εποπτικές δραστηριότητες σε σχέση με τα ανωτέρω συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν το εν λόγω εργοτάξιο, έργο ή δραστηριότητα διαρκεί περισσότερο από δώδεκα μήνες.
4. Η παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των συμβουλευτικών υπηρεσιών, από μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους μέσω εργαζομένων ή λοιπού προσωπικού που προσλαμβάνεται από την επιχείρηση για αυτό το σκοπό συνιστά μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν οι δραστηριότητες αυτού του είδους συνεχίζονται (για ένα έργο ή οποιαδήποτε συνδεόμενα έργα) εντός του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους για περίοδο ή περιόδους που αθροιστικά διαρκούν περισσότερο από 183 ημέρες εντός μιας οποιασδήποτε περιόδου δώδεκα μηνών.
5. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος Άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνει:
(α) τη χρήση εγκαταστάσεων αποκλειστικά για το σκοπό της αποθήκευσης, της έκθεσης ή της παράδοσης αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση,
(β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά για το σκοπό της αποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης,
(γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,
(δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων ή τη συλλογή πληροφοριών για την επιχείρηση,
(ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα για την επιχείρηση,
(στ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση κάθε συνδυασμού δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (α) έως (ε), υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου τόπου που προκύπτει από αυτόν το συνδυασμό Είναι προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα.
6. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα πρόσωπο - εκτός από ανεξάρτητο αντιπρόσωπο για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 7 - ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει την εξουσιοδότηση, και συνήθως την ενασκεί, σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ώστε να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει το εν λόγω πρόσωπο για λογαριασμό της επιχείρησης, εκτός αν οι δραστηριότητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σε εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 5, οι οποίες, αν ασκούνται μέσω καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου.
7. Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλώς και μόνον επειδή διεξάγει εργασίες σε αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου αντιπροσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.
8. Το γεγονός ότι μια εταιρία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή που διεξάγει εργασίες σε αυτό το άλλο Κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλον τρόπο) δεν καθιστά αφ' εαυτού την καθεμία από τις εταιρίες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ — ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 6. Εισόδημα από ακίνητη περιουσία
1. Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία), η οποία βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ο όρος «ακίνητη περιουσία» έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος, σε κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβάνει περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και στη δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία επί ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα κυμαινόμενων ή σταθερών προσόδων ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση, ή για το δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων πλοία, σκάφη και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ακίνητη περιουσία.
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε εισόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση της ακίνητης περιουσίας.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία επιχείρησης.
Άρθρο 7. Κέρδη επιχειρήσεων
1. Τα κέρδη επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος, εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό. Αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες όπως προαναφέρθηκε, τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Κράτος, αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών που αποδίδεται σε αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση.
2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, όταν επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό, τότε, σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, αποδίδονται σε αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μια χωριστή και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και που συναλλάσσεται με εντελώς ανεξάρτητο τρόπο με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.
3. Κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης, αναγνωρίζονται προς έκπτωση όλες οι δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, που θα εξέπιπταν αν η μόνιμη εγκατάσταση ήταν ανεξάρτητη επιχείρηση, είτε προέκυπταν στο Συμβαλλόμενο Κράτος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.
4. Εφόσον συνηθίζεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να καθορίζονται τα κέρδη που αποδίδονται σε μια μόνιμη εγκατάσταση με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματα της, οι διατάξεις της παραγράφου 2, καθόλου δεν εμποδίζουν αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος να καθορίζει τα φορολογητέα κέρδη με αυτόν τον καταμερισμό, όπως συνηθίζεται ωστόσο, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια ώστε το αποτέλεσμα να είναι σύμφωνο με τις αρχές που περιέχονται στο παρόν Άρθρο.
5. Κανένα κέρδος δεν αποδίδεται στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων από αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση για την επιχείρηση.
6. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη μόνιμη εγκατάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.
7 Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται είδη εισοδήματος για τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία σε άλλα Άρθρα της παρούσας Σύμβασης, τότε οι διατάξεις εκείνων των Άρθρων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.
Άρθρο 8. Ναυτιλιακές και αεροπορικές μεταφορές
1 Τα κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο έχουν νηολογηθεί τα πλοία.
2 Τα κέρδη επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που προέρχονται από την εκμετάλλευση αεροσκαφών σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
3 Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος Άρθρου εφαρμόζονται επίσης στα κέρδη που πραγματοποιούνται από τη συμμετοχή σε κοινοπραξία ("pool"), σε κοινοπρακτικής μορφής εκμετάλλευση ή σε πρακτορείο που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.
Άρθρο 9. Συνδεδεμένες επιχειρήσεις
1. Αν:
(α) επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή
(β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
και σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι, οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από μία από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω αυτών των όρων δεν προέκυψαν, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.
2 Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρδη μιας επιχείρησης αυτού του Κράτους - και φορολογεί ανάλογα - κέρδη για τα οποία μια επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί σε αυτό το άλλο Κράτος και τα περιληφθέντα κατ" αυτόν τον τρόπο κέρδη αποτελούν κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση του πρώτου μνημονευθέντος Κράτους, αν οι όροι που έχουν τεθεί μεταξύ των δύο επιχειρήσεων είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα ετίθεντο μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε αυτό το άλλο Κράτος προσαρμόζει ανάλογα το ποσό του φόρου που έχει επιβληθεί εντός αυτού του Κράτους επί εκείνων των κερδών. Κατά τον καθορισμό μιας τέτοιας προσαρμογής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διαβουλεύονται μεταξύ τους, αν κριθεί απαραίτητο.
Άρθρο 10. Μερίσματα
1. Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ωστόσο, αυτά τα μερίσματα μπορούν επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, αλλά αν ο πραγματικός δικαιούχος των μερισμάτων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει:
(α) το 5% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων, αν ο πραγματικός δικαιούχος είναι εταιρία (εκτός από προσωπική εταιρία) που κατέχει άμεσα τουλάχιστον το 25% του κεφαλαίου της εταιρίας που καταβάλλει τα μερίσματα,
(β) το 10% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.
Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν επηρεάζουν τη φορολόγηση της εταιρίας αναφορικά με τα κέρδη από τα οποία καταβάλλονται τα μερίσματα.
3. Ο όρος «μερίσματα», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν Άρθρο, σημαίνει το εισόδημα από μετοχές, μετοχές «επικαρπίας» ή δικαιώματα «επικαρπίας», μετοχές μεταλλείων, ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη, καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, το οποίο υπόκειται στην ίδια φορολογική μεταχείριση όπως το εισόδημα από μετοχές, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους του οποίου η εταιρία που διενεργεί τη διανομή είναι κάτοικος.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή, αν ο πραγματικός δικαιούχος των μερισμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, του οποίου η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό και η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση. Σε αυτήν την περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7.
5. Αν μια εταιρία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος δεν δύναται να επιβάλει κανένα φόρο στα μερίσματα που καταβάλλονται από την εταιρία, εκτός στο βαθμό που αυτά τα μερίσματα καταβάλλονται σε κάτοικο αυτού του άλλου Κράτους ή στο βαθμό που η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με μια μόνιμη εγκατάσταση που βρίσκεται σε αυτό το άλλο Κράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρίας σε φόρο επί αδιανέμητων κερδών, ακόμα και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισοδήματα που προκύπτουν σε αυτό το άλλο Κράτος.
Άρθρο 11. Τόκοι
1. Τόκοι που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2 Ωστόσο, αυτοί οι τόκοι μπορούν επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, αλλά αν ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 7,5% του ακαθάριστου ποσού των τόκων.
3 Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, οι τόκοι που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και των οποίων πραγματικός δικαιούχος είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σε αυτά το άλλο Κράτος αν ο πραγματικός δικαιούχος είναι τράπεζα.
4. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, οι τόκοι που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απαλλάσσονται από φόρο σε αυτό το Κράτος, αν αυτοί οι τόκοι καταβάλλονται:
(α) στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων:
(i) των τοπικών αρχών και πολιτικών υποδιαιρέσεων,
(ii) οποιουδήποτε ιδρύματος που ανήκει πλήρως ή κυρίως στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως μπορεί να συμφωνείται κατά διαστήματα μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών.
(β) στην περίπτωση της Σιγκαπούρης, στην Κυβέρνηση της Σιγκαπούρης, συμπεριλαμβανομένων:
(i) της Νομισματικής Αρχής της Σιγκαπούρης,
(ii) της GIC Private Limited,
(iii) ενός θεσμικού οργάνου, και
(iv) οποιουδήποτε ιδρύματος που ανήκει πλήρως ή κυρίως στην Κυβέρνηση της Σιγκαπούρης, όπως μπορεί να συμφωνείται κατά διαστήματα μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών.
5. Ο όρος «τόκοι», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν Άρθρο, σημαίνει εισόδημα από απαιτήσεις χρεών κάθε είδους, είτε εξασφαλίζονται με υποθήκη είτε όχι και είτε παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη είτε όχι, και ειδικότερα, εισόδημα από κρατικά χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες ή χρεωστικούς τίτλους με ή χωρίς ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων των υπερτιμημάτων (premiums) και των ειδικών παροχών που συνδέονται με αυτά τα χρεόγραφα, τις ομολογίες ή τους χρεωστικούς τίτλους, όπως επίσης και οποιοδήποτε εισόδημα έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με το εισόδημα από τόκους, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο προκύπτει το εν λόγω εισόδημα. Ο όρος δεν συμπεριλαμβάνει κανένα είδος εισοδήματος που έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με το εισόδημα από μερίσματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 10. Τα πρόστιμα λόγω υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι για τους σκοπούς του παρόντος Άρθρου.
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή, αν ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό και η απαίτηση σε σχέση με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση. Σε αυτήν την περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 1.
7. Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, όταν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, είτε είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους είτε όχι, έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία καταβάλλονται οι τόκοι και αυτοί οι τόκοι βαρύνουν αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση, τότε αυτοί ο! τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση.
8. Όταν, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του πραγματικού δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, όσον αφορά στην απαίτηση για την οποία καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του πραγματικού δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο μνημονευθέν ποσό. Σε αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των καταβολών παραμένει φορολογητέο σύμφωνα με τη νομοθεσία εκάστου Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 12. Δικαιώματα
1. Δικαιώματα που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ωστόσο, αυτά τα δικαιώματα μπορούν επίσης να φορολογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του Κράτους, αλλά αν ο πραγματικός δικαιούχος των δικαιωμάτων είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ο φόρος που επιβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 7,5% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων.
3. Ο όρος «δικαιώματα», όπως χρησιμοποιείται στο παρόν Άρθρο, σημαίνει πληρωμές κάθε είδους που λαμβάνονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης, οποιουδήποτε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού ή επιστημονικού έργου, συμπεριλαμβανομένων των κινηματογραφικών ταινιών, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή προτύπου, σχεδιαγράμματος, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής, ή για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο πραγματικός δικαιούχος των δικαιωμάτων, ο οποίος είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό και το δικαίωμα ή η ιδιοκτησία σε σχέση με τα οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση, Σε αυτήν την περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Άρθρου 7.
5. Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, όταν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, είτε είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους είτε όχι, έχει μόνιμη εγκατάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και αυτό τα δικαιώματα βαρύνουν αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση, τότε αυτά τα δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος όπου βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση.
6. Όταν, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντος και του πραγματικού δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιωμάτων, όσον αφορά στη χρήση, το δικαίωμα ή τις πληροφορίες για τα οποία καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό που θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντος και του πραγματικού δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου εφαρμόζονται μόνο στο τελευταίο μνημονευθέν ποσό. Σε αυτήν την περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των καταβολών παραμένει φορολογητέο σύμφωνα με τη νομοθεσία εκάστου Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 13. Ωφέλεια από κεφάλαιο
1. Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο Άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, συμπεριλαμβανομένης αυτής της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση), μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
3. Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητή περιουσία που ανήκει στην επιχείρηση που εκμεταλλεύεται αυτά τα πλοία ή τα αεροσκάφη φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.
4. Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση μετοχών ή παρεμφερών μεριδίων, εκτός από μετοχές ή παρεμφερή μερίδια που έχουν εισαχθεί σε αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο, των οποίων περισσότερο από το 50% της αξίας τους προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
5. Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας, εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1. 2, 3 και 4, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου είναι κάτοικος ο εκποιών.
Άρθρο 14. Εισόδημα από απασχόληση
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των Άρθρων 15, 17 και 18, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος, εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται κατ' αυτόν τον τρόπο, οι αμοιβές που αποκτώνται από αυτήν, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος, αν:
(α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Κράτος για περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 μέρες εντός μιας οποιασδήποτε περιόδου δώδεκα μηνών, η οποία αρχίζει ή τελειώνει στο οικείο οικονομικό έτος, και
(β) η αμοιβή καταβάλλεται από, ή για λογαριασμό, εργοδότη που δεν είναι κάτοικος του άλλου Κράτους, και
(γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί ο εργοδότης στο άλλο Κράτος.
3. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος Άρθρου, αμοιβή που αποκτάται έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται επί πλοίου ή αεροσκάφους που δραστηριοποιείται σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροσκάφους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.
Άρθρο 15. Αμοιβές διευθυντών
Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, υπό την ιδιότητά του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου μιας εταιρίας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
Άρθρο 16. Καλλιτέχνες και αθλητές
1. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 14, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης, ή ως μουσικός ή ως αθλητής, από την άσκηση αυτών των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Αν το εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων από πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή από αθλητή, υπό αυτήν την ιδιότητα, δεν περιέρχεται σε αυτό το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή σε αυτόν τον αθλητή, αλλά σε άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 14, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.
Άρθρο 17. Συντάξεις
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του Άρθρου 18, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έναντι προηγούμενης εξαρτημένης απασχόλησης, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
Άρθρο 18. Κυβερνητικές υπηρεσίες
1. (α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή ή ένα θεσμικό όργανο αυτού, σε ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς αυτό το Κράτος ή την υποδιαίρεση ή την αρχή ή το όργανο, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
(β) Ωστόσο, αυτοί οι μισθοί, τα ημερομίσθια και οι άλλες παρόμοιες αμοιβές φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αν οι υπηρεσίες παρέχονται σε αυτό το Κράτος και το φυσικό πρόσωπο που είναι κάτοικος αυτού του Κράτους:
(i) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους, ή
(ii) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της παροχής των υπηρεσιών,
2. (α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή ή ένα θεσμικό όργανο αυτού, ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυτά, σε ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς αυτό το Κράτος ή την υποδιαίρεση ή την αρχή ή το όργανο, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
(β) Ωστόσο, αυτές οι συντάξεις και οι άλλες παρόμοιες αμοιβές φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αν το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και υπήκοος αυτού του Κράτους.
Οι διατάξεις των Άρθρων 14, 15, 16 και 17 εφαρμόζονται σε μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή ή ένα θεσμικό όργανο αυτού.
Άρθρο 19. Σπουδαστές
Πληρωμές που λαμβάνει ένας σπουδαστής ή μαθητευόμενος για το σκοπό της συντήρησης, της εκπαίδευσης ή της εξάσκησής του, ο οποίος είναι ή ήταν, αμέσως πριν τη μετάβαση του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά για το σκοπό της εκπαίδευσης ή της εξάσκησής του, δεν φορολογούνται σε αυτό το Κράτος, με την προϋπόθεση ότι αυτές οι πληρωμές προκύπτουν από πηγές εκτός αυτού του Κράτους.
Άρθρο 20. Άλλα εισοδήματα
1. Είδη εισοδήματος κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, των οποίων η φορολογική μεταχείριση δεν ρυθμίζεται από τα προηγούμενα Άρθρα της παρούσας Σύμβασης, φορολογούνται σε αυτό το Κράτος.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν έχουν εφαρμογή σε εισόδημα, εκτός από εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 6, αν ο λήπτης αυτού του εισοδήματος, ο οποίος είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχειρηματική δραστηριότητα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με τα οποία καταβάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν τη μόνιμη εγκατάσταση. Σε αυτήν την περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7.
3. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, είδη εισοδήματος κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων η φορολογική μεταχείριση δεν ρυθμίζεται από τα προηγούμενα Άρθρα της παρούσας Σύμβασης και προκύπτουν στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν επίσης να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV — ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Άρθρο 21. Κεφάλαιο
1. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από ακίνητη περιουσία, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6, η οποία ανήκει σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από κινητή περιουσία, η οποία αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
3. Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από πλοία ή αεροσκάφη που δραστηριοποιούνται σε διεθνείς μεταφορές και από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση αυτών των πλοίων ή των αεροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση των προαναφερθέντων πλοίων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.
4. Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
Άρθρο 22. Εισόδημα από υδρογονάνθρακες και φυσικούς πόρους
1. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου εφαρμόζονται όταν διεξάγονται υπεράκτιες δραστηριότητες (στο παρόν Άρθρο ονομάζονται «συναφείς υπεράκτιες δραστηριότητες») σε σχέση με την εξερεύνηση ή την εκμετάλλευση του βυθού, του υπεδάφους και των φυσικών πόρων που βρίσκονται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος.
2. Μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που διεξάγει συναφείς υπεράκτιες δραστηριότητες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, σε σχέση με την εξερεύνηση ή την εκμετάλλευση του βυθού, του υπεδάφους και των φυσικών πόρων που βρίσκονται σε αυτό το άλλο Κράτος, θεωρείται ότι, όσον αφορά σε αυτές τις δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4, διεξάγει δραστηριότητες σε αυτό το άλλο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σε αυτό.
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται όταν οι δραστηριότητες διεξάγονται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 30 μέρες συνολικά εντός μιας οποιασδήποτε περιόδου δώδεκα μηνών, Ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου:
(α) δραστηριότητες που διεξάγονται από μια επιχείρηση, η οποία συνδέεται με άλλη επιχείρηση, θεωρούνται ότι διεξάγονται από την επιχείρηση με την οποία συνδέεται, αν οι εν λόγω δραστηριότητες είναι ουσιαστικά οι ίδιες με εκείνες που διεξάγονται από την τελευταία μνημονευόμενη επιχείρηση,
(β) δύο επιχειρήσεις θεωρούνται ότι συνδέονται αν η μία ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την άλλη, ή αν αμφότερες ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα.
4. Μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που σχετίζεται με την εξερεύνηση ή την εκμετάλλευση του βυθού, του υπεδάφους και των φυσικών πόρων που βρίσκονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο βαθμό που τα καθήκοντα εκτελούνται υπεράκτια σε αυτό το άλλο Κράτος, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος, με την προϋπόθεση άτι η υπεράκτια εργασία διεξάγεται για περίοδο που υπερβαίνει τις 30 μέρες συνολικά εντός μιας οποιασδήποτε περιόδου δώδεκα μηνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V — ΜΕΘΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Άρθρο 23. Εξάλειψη της διπλής φορολογίας
1. Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η διπλή φορολογία εξαλείφεται ως εξής:
(α) Όταν κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας αποκτά εισόδημα ή κατέχει κεφάλαιο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να φορολογείται στη Σιγκαπούρη, η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει:
(i) ως έκπτωση από το φόρο εισοδήματος αυτού του κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε στη Σιγκαπούρη,
(ii) ως έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου αυτού του κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο κεφαλαίου που καταβλήθηκε στη Σιγκαπούρη.
(β) Αυτή η έκπτωση, ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπερβαίνει εκείνο το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε προτού δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο που μπορεί να φορολογηθεί σε αυτό το άλλο Κράτος.
2. Στην περίπτωση της Σιγκαπούρης, η διπλή φορολογία εξαλείφεται ως εξής:
Όταν κάτοικος της Σιγκαπούρης αποκτά εισόδημα από την Ελληνική Δημοκρατία, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να φορολογείται στην Ελληνική Δημοκρατία, η Σιγκαπούρη, υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας της αναφορικά με την έκπτωση ως πίστωση έναντι του φόρου της Σιγκαπούρης για φόρο καταβλητέο σε οποιαδήποτε χώρο εκτός από τη Σιγκαπούρη, αναγνωρίζει τον ελληνικό φόρο που καταβλήθηκε, είτε άμεσα είτε μέσω έκπτωσης,, ως πίστωση έναντι του φόρου της Σιγκαπούρης που είναι καταβλητέος επί του εισοδήματος αυτού του κατοίκου. Όταν αυτό το εισόδημα αφορά σε μέρισμα που καταβλήθηκε από εταιρία που είναι κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας, σε κάτοικο της Σιγκαπούρης που είναι εταιρία, η οποία κατέχει άμεσα ή έμμεσα τουλάχιστον το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης μνημονευόμενης εταιρίας, για την πίστωση θα λαμβάνεται υπόψη ο ελληνικός φόρος που καταβλήθηκε από αυτήν την εταιρία επί του τμήματος των κερδών της από τα οποία καταβάλλεται το μέρισμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI — ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 24. Μη διακριτική μεταχείριση
1. Οι υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε απαίτηση σχετική με αυτήν, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές απαιτήσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι αυτού του άλλου Κράτους υπό τις ίδιες συνθήκες, ειδικότερα ως προς την κατοικία.
2. Οι απάτριδες που είναι κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται σε κανένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε απαίτηση σχετική με αυτήν, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές απαιτήσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν σι υπήκοοι του εν λόγω Κράτους υπό τις ίδιες συνθήκες, ειδικότερα ως προς την κατοικία.
3. Η φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση, την οποία διατηρεί μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, δεν επιβάλλεται κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό σε αυτό το άλλο Κράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις αυτού του άλλου Κράτους που διεξάγουν τις ίδιες δραστηριότητες.
4. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, της παραγράφου 8 του Άρθρου 11 ή της παραγράφου 6 του Άρθρου 12, οι τόκοι, τα δικαιώματα και άλλες πληρωμές που καταβάλλονται από μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για το σκοπό του προσδιορισμού των φορολογητέων κερδών αυτής της επιχείρησης, εκπίπτουν υπό τους ίδιους όρους όπως αν είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους. Παρομοίως, οποιεσδήποτε οφειλές μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους προς κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για το σκοπό του προσδιορισμού του φορολογητέου κεφαλαίου αυτής της επιχείρησης, εκπίπτουν υπό τους ίδιους όρους όπως αν οφείλονταν σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.
5. Επιχειρήσεις ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, το κεφάλαιο των οποίων ανήκει ή ελέγχεται πλήρως ή εν μέρει, άμεσα ή έμμεσα, από έναν ή περισσότερους κάτοικους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, δεν υπόκεινται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε απαίτηση σχετική με αυτήν, η οποία είναι διαφορετική ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές απαιτήσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.
6. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος παρέχει φορολογικά κίνητρα στους υπηκόους ταυ με στόχο την προώθηση της οικονομικής ή κοινωνικής ανάπτυξης σύμφωνα με την εθνική πολιτική και τα εθνικά κριτήρια αυτού, αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως διακριτική μεταχείριση βάσει του παρόντος Άρθρου.
7. Το παρόν Άρθρο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς, λόγω προσωπικής κατάστασης ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.
8. Οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου εφαρμόζονται στους φόρους που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 25. Χορήγηση των προνομίων της σύμβασης
Ανεξάρτητα από τις Λοιπές διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, ένα προνόμιο σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση δεν χορηγείται σε σχέση με ένα στοιχείο εισοδήματος ή κεφαλαίου, εάν εύλογα συνάγεται, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστάσεις, ότι η απόκτηση αυτού του προνομίου ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς οποιασδήποτε διευθέτησης ή συναλλαγής που είχε ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα αυτό το προνόμιο, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η χορήγηση αυτού του προνομίου, υπό αυτές τις περιστάσεις, θα ήταν σύμφωνη με το αντικείμενο και το σκοπό των σχετικών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.
Άρθρο 26. Διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού
1. Όταν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών έχουν ή θα έχουν ως αποτέλεσμα γι' αυτό την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, δύναται, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να θέσει την υπόθεση του υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν η υπόθεση του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του Άρθρου 24, υπόψη της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση πρέπει να τεθεί υπόψη εντός τριών ετών από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης που έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.
2. Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν θεωρήσει ότι η ένσταση είναι βάσιμη και αν η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει την υπόθεση με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, με σκοπό την αποφυγή φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης. Οποιαδήποτε επιτευχθείσα συμφωνία εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών.
3. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης. Μπορούν επίσης να διαβουλεύονται για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στη Σύμβαση.
4. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων.
5. Όταν,
(α) σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα πρόσωπο έχει θέσει την υπόθεση του υπόψη της αρμόδιας αρχής ενός Συμβαλλόμενου Κράτους βάσει του ότι οι ενέργειες του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών έχουν ως αποτέλεσμα γι' αυτό το πρόσωπο την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, και
(β) οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία για την επίλυση της υπόθεσης αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εντός χρονικής περιόδου δύο ετών που εκκινεί από την ημερομηνία που τέθηκε η υπόθεση υπόψη της αρμόδιας αρχής του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, κατά την οποία όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται από τις αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση της υπόθεσης έχουν παρασχεθεί και στις δύο αρμόδιες αρχές, οποιαδήποτε ανεπίλυτα ζητήματα που προκύπτουν από την υπόθεση υποβάλλονται σε διαιτησία, εφόσον αυτό ζητηθεί από το εν λόγω πρόσωπο, εγγράφως Ωστόσο, αυτά τα ανεπίλυτα ζητήματα δεν υποβάλλονται σε διαιτησία, αν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επί αυτών των ζητημάτων από δικαστήριο συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών δικαστηρίων οποιουδήποτε από τα δύο Κράτη. Εκτός αν ένα πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από την υπόθεση δεν αποδέχεται την αμοιβαία συμφωνία που θέτει σε εφαρμογή τη διαιτητική απόφαση, αυτή η απόφαση είναι δεσμευτική και για τα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη και εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών διευθετούν τον τρόπο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου μέσω αμοιβαίας συμφωνίας.
Άρθρο 27. Ανταλλαγή πληροφοριών
1. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που έχουν εύλογη συνάφεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης ή για την εφαρμογή ή την επιβολή της εσωτερικής νομοθεσίας σχετικά με φόρους κάθε τύπου και είδους που επιβάλλονται για λογαριασμό των Συμβαλλόμενων Κρατών ή των πολιτικών τους υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών τους, εφόσον η φορολογία βάσει αυτών δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από τα Άρθρα 1 και 2.
2. Οποιεσδήποτε πληροφορίες λαμβάνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος βάσει της παραγράφου 1, θεωρούνται απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία αυτού του Κράτους και γνωστοποιούνται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που εμπλέκονται με τη βεβαίωση ή την είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή τη δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών σε σχέση με τους φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή με την εποπτεία των ανωτέρω. Αυτά τα πρόσωπα ή αρχές θα χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τέτοιους σκοπούς. Μπορούν να γνωστοποιούν τις πληροφορίες σε δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, οι πληροφορίες που λαμβάνονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, όταν αυτές οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αυτούς τους άλλους σκοπούς σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο Κρατών και η αρμόδια αρχή του παρέχοντος Κράτους εγκρίνει αυτή τη χρήση.
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν μπορούν να ερμηνευθούν σε καμία περίπτωση ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση:
(α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
(β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να ληφθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία η κατά τη συνήθη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
(γ) να παρέχει πληροφορίες που θα αποκάλυπταν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή πληροφορίες των οποίων η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη (ordre public).
4 Αν ζητηθούν πληροφορίες από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος σύμφωνα με το παρόν Άρθρο, το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θα χρησιμοποιήσει τα μέτρα συλλογής πληροφοριών που διαθέτει για να λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες, ακόμα και αν αυτό το άλλο Κράτος μπορεί να μη χρειάζεται αυτές τις πληροφορίες για τους δικούς του φορολογικούς σκοπούς Η υποχρέωση που περιλαμβάνεται στην προηγούμενη πρόταση υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 3, αλλά αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να ερμηνευθούν σε καμία περίπτωση ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες αποκλειστικά επειδή δεν έχει εσωτερικό ενδιαφέρον για αυτές τις πληροφορίες.
5. Σε καμία περίπτωση, οι διατάξεις της παραγράφου 3 δεν μπορεί να ερμηνευθούν ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες αποκλειστικά επειδή οι πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή τράπεζας, άλλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου ή προσώπου που ενεργεί με την ιδιότητα του αντιπροσώπου ή του θεματοφύλακα ή επειδή οι πληροφορίες συνδέονται με δικαιώματα κυριότητας ενός προσώπου.
Άρθρο 28. Μέλη διπλωματικών και προξενικών αποστολών
Τίποτα στην παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών διπλωματικών ή προξενικών αποστολών σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή σύμφωνα με τις διατάξεις ειδικών συμφωνιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII — ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 29. Θέση σε ισχύ
1. Καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα γνωστοποιήσει στο άλλο, μέσω της διπλωματικής οδού, την ολοκλήρωση των διαδικασιών που απαιτούνται βάσει της νομοθεσίας του για τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της τελευταίας γνωστοποίησης και οι διατάξεις της έχουν εφαρμογή:
(α) στην Ελληνική Δημοκρατία:
(i) αναφορικά με φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, για ποσά που καταβάλλονται ή πιστώνονται την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση,
(ii) αναφορικά με άλλους φόρους, για φόρους που επιβάλλονται ως προς περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση, και
(iii) αναφορικά με το Άρθρο 27 (Ανταλλαγή Πληροφοριών), για αιτήματα που υποβάλλονται την ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση σε σχέση με πληροφορίες για φόρους που αφορούν σε φορολογικές περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση- ή όταν δεν υπάρχει φορολογική περίοδος, για όλες τις φορολογικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση, και
(β) στη Σιγκαπούρη:
(i) αναφορικά με φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, για ποσά που καταβάλλονται, θεωρούνται ότι θα καταβληθούν ή μπορούν να καταβληθούν (ανάλογα με το ποιο είναι προγενέστερο) την ή μετά την Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση,
(ii) αναφορικά με οφειλόμενους φόρους (εκτός από φόρους που παρακρατούνται στην πηγή), για φόρους που επιβάλλονται ως προς περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση, και
(iii) αναφορικά με το Άρθρο 27 (Ανταλλαγή Πληροφοριών), για αιτήματα που υποβάλλονται την ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση σε σχέση με πληροφορίες για φόρους που αφορούν σε φορολογικές περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση' ή όταν δεν υπάρχει φορολογική περίοδος, για όλες τις φορολογικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 30. Λήξη
Η παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση, μέσω της διπλωματικής οδού, με κοινοποίηση της καταγγελίας τουλάχιστον έξι μήνες πριν το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους που ξεκινά μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης. Σε αυτήν την περίπτωση, η παρούσα Σύμβαση παύει να ισχύει:
(α) στην Ελληνική Δημοκρατία
(i) αναφορικά με φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, για ποσά που καταβάλλονται ή πιστώνονται μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο κοινοποιείται η καταγγελία,
(ii) αναφορικά με άλλους φόρους, για φόρους που επιβάλλονται ως προς περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο κοινοποιείται η καταγγελία, και
(iii) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων που υποβάλλονται σύμφωνα με το Άρθρο 27 (Ανταλλαγή Πληροφοριών) μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποία κοινοποιείται η καταγγελία, και
(β) στη Σιγκαπούρη:
(i) αναφορικά με φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, για ποσά που καταβάλλονται, θεωρούνται ότι θα καταβληθούν ή μπορούν να καταβληθούν (ανάλογα με το ποιο είναι προγενέστερο) μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο κοινοποιείται η καταγγελία,
(ii) αναφορικά με καταλογιστέους φόρους (εκτός από φόρους που παρακρατούνται στην πηγή), για φόρους που επιβάλλονται ως προς περιόδους που ξεκινούν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο κοινοποιείται η καταγγελία, και
(iii) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων που υποβάλλονται σύμφωνα με το Άρθρο 27 (Ανταλλαγή Πληροφοριών) μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο κοινοποιείται η καταγγελία.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση
Συντάχθηκε εις διπλούν στην Σιγκαπούρη, στις 30 Μαΐου 2019, σε δύο πρωτότυπα, στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση αμφιβολιών, υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.
Άρθρο 31. Πρωτόκολλο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σιγκαπούρης συμφώνησαν, κατά τη στιγμή της υπογραφής της Σύμβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας και την πρόληψη της φοροδιαφυγής όσον αφορά τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, ότι οι ακόλουθες διατάξεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω Σύμβασης:
1. Όσον αφορά στη Σύμβαση, ο όρος «θεσμικό όργανο» σημαίνει ένα όργανο που συνίσταται από οποιοδήποτε νόμο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και εκτελεί λειτουργίες οι οποίες διαφορετικά θα εκτελούνταν από την Κυβέρνηση αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους.
2. Όσον αφορά στην παράγραφο 4 του Άρθρου 13 (Ωφέλεια από Κεφάλαιο), ο όρος "αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο" σημαίνει:
(α) στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑ),
(β) στην περίπτωση της Σιγκαπούρης, το Χρηματιστήριο της Σιγκαπούρης (SGX),
(γ) κάθε Χρηματιστήριο που μπορεί να συμφωνείται από καιρό σε καιρό
3. Όσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 14 (Εισόδημα από Απασχόληση), ο όρος "φορολογική έτος" σημαίνει:
(α) στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, το φορολογικό έτος είναι ταυτόσημο με το ημερολογιακό έτος.
(β) στην περίπτωση της Σιγκαπούρης, η περίοδος βάσης.
4. Όσον αφορά το άρθρο 24 (Μη Διακριτική Μεταχείριση), εννοείται ότι, ανεξάρτητα την παράγραφο 4 του εν λόγω Άρθρου, για να επιτραπεί η έκπτωση πληρωμής τόκου σε μη κάτοικο, τίποτε στην εν λόγω παράγραφο δεν εμποδίζει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος από την απόρριψη έκπτωσης πληρωμής τόκων, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί παρακράτηση φόρου στην πληρωμή.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο.
Συντάχθηκε εις διπλούν στην Σιγκαπούρη, στις 30 Μαΐου 2019, σε δύο πρωτότυπα, στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση αμφιβολιών, υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.
Για την Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας
Γεώργιος Κατρούγκαλος
Υπουργός Εξωτερικών
Για την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σιγκαπούρης
Dr Vivian Balakrishnan
Υπουργός Εξωτερικών